ίλαρχος

ίλαρχος
ο воен, капитан (бронетанковых войск и кавалерии); командир эскадрона

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ίλαρχος" в других словарях:

  • ἴλαρχος — praefectus turmae masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ίλαρχος — ο (Α ἴλαρχος) νεοελλ. ο λοχαγός τού ιππικού στον παλαιό στρατό 2. ο λοχαγός τεθωρακισμένων αρχ. ιλάρχης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἴλη + αρχος (< αρχός < ἄρχω), πρβλ. ναύ αρχος, ταξί αρχος] …   Dictionary of Greek

  • ίλαρχος — ο 1. διοικητής της μονάδας του ιππικού που ονομάζεται ίλη, λοχαγός. 2. σήμερα, διοικητής μονάδας των θωρακισμένων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἰλάρχου — ἴλαρχος praefectus turmae masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰλάρχων — ἴλαρχος praefectus turmae masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἴλαρχον — ἴλαρχος praefectus turmae masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -άρχος — [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχός < άρχω. Ο τ. χρησιμεύει ως β συνθετικό σε μεγάλο σχετικά αριθμό συνθέτων τόσο της αρχαίας όσο και της νέας Ελληνικής, τα οποία αναφέρονται στην έννοια του αρχηγού πρβλ. αρχ. νεοελλ. λήσταρχος, στασίαρχος, φύλαρχος αρχ.… …   Dictionary of Greek

  • Σωκράτης — I Ένας από τους μεγαλύτερους φιλόσοφους της αρχαίας Ελλάδας (Αθήνα 470 ή 469 399 π.Χ.). Γιος ενός γλύπτη και μιας μαίας, ο Σ. πρέπει να είχε κάποια οικονομική άνεση, όπως αποδείχνει το γεγονός ότι πέρασε όλη του τη ζωή αδιαφορώντας για τα… …   Dictionary of Greek

  • ίλη — η (Α ἴλη και δωρ. τ. ἴλα και ιων. εἴλη) νεοελλ. 1. μονάδα ιππικού τού παλαιού στρατού που αντιστοιχούσε στον λόχο τού πεζικού 2. λόχος τεθωρακισμένων αρχ. 1. πλήθος, ομάδα ανθρώπων 2. πλήθος ζώων 3. στράτευμα, τμήμα στρατού 4. μονάδα ιππικού από… …   Dictionary of Greek

  • ειλάρχης — εἰλάρχης, ο (Α) ιλάρχης, ίλαρχος …   Dictionary of Greek

  • ειλαρχώ — εἰλαρχῶ ( έω) (Α) είμαι ίλαρχος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»